• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: tottering, totter

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tottering adj(person, animal: walking unsteadily)που παραπατάει, που παραπατά περίφρ
 The farmer led the ewe and her tottering newborn lamb into the shelter.
tottering adj(structure: about to fall down)ετοιμόρροπος επίθ
 The little girl built a tottering tower of plastic blocks.
tottering adj(country, government: about to collapse)που είναι στο όριο της κατάρρευσης περίφρ
  που καταρρέει περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
totter vi(walk unsteadily)τρεκλίζω, τρικλίζω ρ αμ
  παραπαίω ρ αμ
 (μεταφορικά, καθομ)σέρνομαι ρ αμ
 The little boy, unsure of his footing, tottered towards the piece of candy.
totter vi(be about to fall, collapse) (μεταφορικά)παραπαίω ρ αμ
 (καθομιλουμένη)κουνιέμαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)είμαι έτοιμος να πέσω ρ έκφρ
 Dizzy because of the heat, the elderly man tottered and grasped the handrail.
totter vifigurative (be about to fall, collapse) (μεταφορικά)παραπαίω ρ αμ
  είμαι έτοιμος να καταρρεύσω περίφρ
  είμαι στα πρόθυρα της κατάρρευσης περίφρ
 The empire tottered on the brink of collapse.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
totter | tottering
ΑγγλικάΕλληνικά
seesaw,
teeter-totter (US),
see-saw (UK)
n
(child's playground toy)τραμπάλα ουσ θηλ
 The sisters played on the seesaw together.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tottering' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tottering στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «tottering».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!