• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unblock [sth] vtr(clear blockage from) (καθομιλουμένη)ξεμπλοκάρω ρ μ
 (μεταφορικά)ανοίγω ρ μ
  ξεβουλώνω ρ μ
 Yvonne used a plunger to unblock the kitchen sink.
unblock [sth] vtr(internet: make accessible again)ξεμπλοκάρω ρ μ
  κάνω κτ unblock έκφρ
 Stephen used a proxy site to unblock the website.
unblock [sb/sth] vtr(Internet: allow to contact again)ξεμπλοκάρω ρ μ
  κάνω κπ/κτ unblock έκφρ
 Jake and I patched things up, so I unblocked him on Facebook.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'unblock' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unblock στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «unblock».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!