|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | unfortunate adj | (unlucky) | ατυχής επίθ | | | | ατυχία, κακοτυχία ουσ θηλ | | | It was unfortunate that Mark didn't buy a lottery ticket that night, as his numbers came up. | | | Ήταν ατυχία που ο Μαρκ δεν είχε αγοράσει λαχείο εκείνο το βράδυ επειδή κληρώθηκαν τα νούμερά του. | | unfortunate adj | (people: suffering, unlucky) | άτυχος, κακότυχος επίθ | | | | ατυχής επίθ | | | We should all do what we can to help those unfortunate souls who live in poor conditions. | | | Όλοι θα έπρεπε να κάνουμε ο,τι μπορούμε για να βοηθήσουμε τους άτυχους ανθρώπους που ζουν υπό άσχημες συνθήκες. | | unfortunate adj | (not good) (μεταφορικά) | ατυχής επίθ | | | | αποτυχημένος μτχ πρκ | | | The minister gave an unfortunate speech, which was not well received by the audience. | | | Ο υπουργός έδωσε μια αποτυχημένη ομιλία που δεν έτυχε καλής υποδοχής από το ακροατήριο. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | unfortunate adj | (action, choice: regrettable) | ατυχής επίθ | | | Jeremy's unfortunate blunder cost him his job. | | unfortunate n | literary (unlucky person) | δύστυχος, δυστυχής επίθ ως ουσ αρσ | | | | κακόμοιρος, καημένος επίθ ως ουσ αρσ | | | He is the unfortunate who lost his family in a fire. |
Ο όρος 'unfortunate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|