|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | unpredictable adj | (person) | απρόβλεπτος επίθ | | | | ασταθής επίθ | | | (μειωτικό: πιο έντονο) | αλλοπρόσαλλος επίθ | | | The boss is unpredictable; sometimes he'll overlook even a big mistake, other times he'll lose his temper over a really small one. | | | Το αφεντικό είναι απρόβλεπτο· κάποιες φορές παραβλέπει ακόμα και μεγάλα λάθη, ενώ κάποιες άλλες χάνει την ψυχραιμία του για πολύ μικρά. | | unpredictable adj | (unforeseeable) | μη προβλέψιμος περίφρ | | | | ασταθής επίθ | | | The unpredictable nature of the freelancer's work meant it was difficult for her to plan holidays. | | | Η ασταθής φύση της δουλειάς του ελεύθερου επαγγελματία σήμαινε ότι ήταν δύσκολο για εκείνη να προγραμματίσει τις διακοπές της. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | unpredictable adj | (movement) | απρόβλεπτος, αναπάντεχος, απροσδόκητος, απρόσμενος επίθ | | | | ξαφνικός επίθ | | | The rugby player's unpredictable swerve got him through the defence to score a try. |
Ο όρος 'unpredictable' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|