• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
vacate [sth] vtr(leave: a hotel room, etc.)αφήνω ρ μ
 (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)αδειάζω ρ μ
 (επίσημο)αποχωρώ από κτ ρ αμ + πρόθ
 (συνήθως βεβιασμένα)εκκενώνω, εγκαταλείπω ρ μ
 Guests must vacate their rooms before 11am.
vacate [sth] vtr(leave: a position)αφήνω ρ μ
  παραιτούμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 Watson vacated his position as mayor.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
vacate [sth] vtrformal (law: cancel, annul)ακυρώνω ρ μ
 The supreme court vacated the law.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'vacating' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση vacating στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «vacating».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!