| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| vacay n | US, informal (vacation) | διακοπές ουσ θηλ πλ |
Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "vacay" στο Greek φόρουμ.vacay - English Only forum
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «vacay».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά