• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: ventilated, ventilate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ventilated adj(given fresh air)αεριζόμενος μτχ πρκ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ventilate [sth] vtr(allow air to circulate through)αερίζω ρ μ
 We ventilated the room by opening the window.
ventilate [sb] vtr(put on an artificial respirator)συνδέω κπ με αναπνευστήρα περίφρ
 The doctor decided to ventilate the patient.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ventilate [sb/sth] vtrUK, slang, dated (shoot)πυροβολώ ρ μ
  ρίχνω σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
ventilate [sth] vtrfigurative (discuss, examine)συζητάω, συζητώ ρ μ
 (μεταφορικά)εξετάζω ρ μ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ventilated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ventilated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ventilated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!