• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
versatility n(person: varied skills)που έχει γνώσεις σε πολλά θέματα
  που είναι καλός σε πολλά θέματα
  που ξέρει να κάνει διάφορα πράγματα
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The job calls for someone with a lot of versatility.
versatility n(person: adaptability)ευελιξία, προσαρμοστικότητα ουσ θηλ
 The soldiers' versatility prepares them for any situation.
versatility n(tool: many uses)πολυχρηστικότητα ουσ θηλ
  πολυλειτουργικότητα ουσ θηλ
 Choose tools based on their durability and versatility.
 Διάλεξε εργαλεία με βάση την αντοχή και την πολυχρηστικότητα τους.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'versatility' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση versatility στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «versatility».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!