viewing

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈvjuːɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(vyo̅o̅ing)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: viewing, view

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
viewing n(inspection)επιθεώρηση, εξέταση ουσ θηλ
 On first viewing we liked the house so much that we decided to buy it.
viewing n(television watching)τηλεθέαση ουσ θηλ
 The study examines the viewing of television by children.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
view n(vista, panorama)θέα ουσ θηλ
 There is an amazing view out the window.
 Έχει καταπληκτική θέα από το παράθυρο.
view n(opinion)άποψη ουσ θηλ
  θέση ουσ θηλ
 What is your view on the situation in Africa?
 Τι άποψη έχεις για την κατάσταση στην Αφρική;
view [sth] vtr(inspect, survey) (έμφαση στην διερεύνηση)εξετάζω, ελέγχω ρ μ
 (έμφαση στην παρουσία)επισκέπτομαι ρ μ
 The politicians viewed the disaster area.
 Οι πολιτικοί επισκέφθηκαν την περιοχή που έγινε η καταστροφή.
view [sth] vtr(consider, opinion)θεωρώ ρ μ
  βλέπω ρ μ
  έχω ... γνώμη για κτ ρ μ
  κρίνω ρ μ
 Many people view tattoos negatively.
 Πολλοί άνθρωποι βλέπουν τα τατουάζ ως κάτι κακό.
 Πολλοί άνθρωποι έχουν κακή γνώμη για τα τατουάζ.
view [sth] vtroften passive (watch: video, etc.)βλέπω, παρακολουθώ ρ μ
 A million people have viewed that clip of the talking cat.
 Ένα εκατομμύριο άνθρωποι είδαν το βίντεο με τη γάτα που μιλούσε.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
view n(individual look)θέα ουσ θηλ
 They stopped at a high place for a view of the city.
 Σταμάτησαν σε σημείο με υψόμετρο, για να δουν τη θέα της πόλης.
view n(range of vision)οπτικό πεδίο φρ ως ουσ ουδ
 The city disappeared from view.
view n(examination)εξέταση ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)ματιά ουσ θηλ
 She picked the flower for a closer view.
view n(intention)πρόθεση ουσ θηλ
 He left with the view to returning shortly.
view n(unique view of video file)επίσκεψη ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)view ουσ ουδ άκλ
 That Youtube video has 10,000 views.
view [sth] vtr(potential buyer: inspect a house)βλέπω ρ μ
 Before we bought this house, we viewed five others.
view [sth] with [sth] vtr + prep(regard in some way)βλέπω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 I view that idea with suspicion.
view [sth] as [sth] vtr + prep(regard in some way)θεωρώ ρ μ
 The government viewed the latest scandal as a disaster.
 Η κυβέρνηση θεώρησε καταστροφή το τελευταίο σκάνδαλο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
viewing | view
ΑγγλικάΕλληνικά
compulsive viewing n(compelling TV show)συναρπαστικός επίθ
 (καθομ, μεταφορικά)που κολλάς μαζί του έκφρ
observation deck,
viewing platform
n
(high vantage point)σημείο παρατήρησης φρ ως ουσ ουδ
  πλατφόρμα παρατήρησης φρ ως ουσ θηλ
viewing figures npl(number of TV viewers)τηλεθέαση ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'viewing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση viewing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «viewing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!