visit

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈvɪzɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈvɪzɪt/ ,USA pronunciation: respelling(vizit)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
visit [sb] vtr(go to see [sb])επισκέπτομαι ρ μ
 My parents are coming to visit us.
 Έρχονται οι γονείς μου να μας επισκεφτούν.
visit [sth] vtr(go to see [sth])επισκέπτομαι ρ μ
 On our trip, we visited many monuments.
 Στο ταξίδι μας επισκεφτήκαμε πολλά μνημεία.
visit vi(make a visit)κάνω επίσκεψη περίφρ
  επισκέπτομαι ρ μ
 My parents are going to visit.
 Οι γονείς μου θα έρθουν να μου κάνουν επίσκεψη.
visit [sth] vtr(go to, come to a place)επισκέπτομαι ρ μ
  πηγαίνω ρ μ
 We're going to visit the coast.
 Θα πάμε στην παραλία.
visit [sth] vtr(stop at)πηγαίνω ρ μ
 I need to visit the drug store.
 Πρέπει να πάω στο φαρμακείο.
visit n(stay)διαμονή ουσ θηλ
  παραμονή ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει πάντα ακριβής αντιστοιχία, π.χ. η πρόταση του παραδείγματος αποδίδεται ως «Πήγα στο Παρίσι για δύο εβδομάδες».
 I went to Paris for a two-week visit.
visit n(stay as a guest)επίσκεψη ουσ θηλ
 My brother dropped in for a few days for a visit.
 Ο αδερφός μου ήρθε πριν μερικές μέρες για επίσκεψη.
visit n(stop)επίσκεψη ουσ θηλ
 We spent a lot of time preparing for the CEO's visit to our branch office.
 Αφιερώσαμε πολύ χρόνο στην προετοιμασία για την επίσκεψη του Διευθύνοντος Συμβούλου στο υποκατάστημά μας.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
visit vi(keep company briefly)κάνω επίσκεψη περίφρ
  επισκέπτομαι ρ μ
 (για καφέ, φαγητό κ.λπ.)έρχομαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)περνάω ρ αμ
 I hope my friend will visit for tea.
visit viUS (have friendly conversation)κουβεντιάζω ρ μ
  τα λέω έκφρ
 They can sit and visit for hours.
 Μπορούν να κάθονται και να κουβεντιάζουν με τις ώρες.
 Μπορούν να κάθονται και να τα λένε με τις ώρες.
visit [sth] vtr(be a guest in, at)επισκέπτομαι ρ μ
  μένω σε κτ ρ μ + πρόθ
 Many celebrities visit this hotel.
visit [sth] vtr(inspect officially)επιθεωρώ ρ μ
 The general visited the soldiers of the 552nd M.P. Company.
visit [sb] vtrliterary (afflict)προσβάλλομαι ρ μ
 He was visited by a mysterious illness.
visit [sth] vtr(view website)επισκέπτομαι ρ μ
 (καθομιλουμένη)μπαίνω ρ μ
 Please visit our website for more information.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
doctor's visit n(scheduled medical appointment)ραντεβού στον γιατρό φρ ως ουσ ουδ
  επίσκεψη στον ιατρό φρ ως ουσ θηλ
  επίσκεψη στο ιατρείο φρ ως ουσ θηλ
flying visit n(brief visit)σύντομη επίσκεψη επίθ + ουσ θηλ
 (μεταφορικά)επίσκεψη αστραπή φρ ως ουσ θηλ
 Fiona paid her family a flying visit, as she was passing their house on her way to a conference.
guided visit n(tour with commentary)ξενάγηση ουσ θηλ
home visit n(healthcare at [sb]'s home)επίσκεψη κατ' οίκον φρ ως ουσ θηλ
make a visit to [sb/sth] v exprinformal (go to)πάω σε κπ/κτ, πηγαίνω σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  επισκέπτομαι ρ μ
  κάνω μια επίσκεψη σε κπ/κτ περίφρ
 My tooth hurts; I need to make a visit to the dentist.
pay a visit v exprinformal, euphemism, UK (go to the toilet)πάω στην τουαλέτα, πάω στο μπάνιο περίφρ
 (ευφημισμός: για ούρηση)πάω προς νερού μου έκφρ
 Let's stop at the next service station; I need to pay a visit!
pay [sb] a visit v expr(go and see [sb](κάποιον)επισκέπτομαι ρ μ
 (σε κάποιον)κάνω επίσκεψη ρ έκφρ
 (καθομιλουμένη: κάποιον)πάω να δω περίφρ
 I haven't seen my parents since Christmas. It's time to pay them a visit.
screening visit n(medical consultation, diagnostic test)διαγνωστική εξέταση επίθ + ουσ θηλ
visit with [sb] v expr(spend time with [sb])επισκέπτομαι ρ μ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'visit' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [short, brief, flying, quick, fleeting, temporary, long] visit, visit your [friend, parents, grandmother], [a courtesy, a planned, an unwelcome, an unexpected, an awkward, an entertaining] visit, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση visit στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «visit».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!