vociferate

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/vəʊˈsɪfəˌreɪt/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(vō sifə rāt′)

Inflections of 'vociferate' (v): (⇒ conjugate)
vociferates
v 3rd person singular
vociferating
v pres p
vociferated
v past
vociferated
v past p
  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
vociferate [sth] vtr(say loudly)φωνάζω, κραυγάζω, αναφωνώ ρ μ
  κραυγάζω ρ μ
 (συναίσθημα, επιδοκιμασία κλπ)αναφωνώ, ανακράζω ρ μ
vociferate vi(say [sth] loudly)φωνάζω ρ αμ
  κραυγάζω ρ αμ
 (καθομιλουμένη)ξεφωνίζω ρ αμ
 (μτφ, αργκό)γκαρίζω ρ αμ
 From the way he was vociferating, it was clear that the man was drunk.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση vociferate στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «vociferate».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!