• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
waffler nUK, informal (person: talks aimlessly) (χωρίς σαφές νόημα)αοριστολόγος, γενικολόγος, αερολόγος ουσ αρσ/θηλ
 (πολλά λόγια)φλύαρος επίθ
 (καθομιλουμένη)φαφλατάς ουσ αρσ
  παρλαπίπας ουσ αρσ
waffler nUS (person: indecisive) (δεν παίρνει απόφαση)αναποφάσιστος επίθ ως ουσ
 (αλλάζει γνώμη)άστατος επίθ ως ουσ
 (αρχαιοπρεπές)παλίμβουλος επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση waffler στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «waffler».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!