• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: wakeboarding, wakeboard

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wakeboarding n(water sport)wakeboarding, γουέικμπορντινγκ ουσ ουδ άκλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wakeboard n(type of water-ski) (θαλάσσιο σπορ σε σανίδα)wakeboard, γουέικμπορντ ουσ ουδ άκλ
 I'm teaching Ruth how to do spins on a wakeboard.
wakeboard vi(sport: go wakeboarding) (θαλάσσιο σπορ σε σανίδα)κάνω wakeboard, κάνω γουέικμπορντ περίφρ
 Learn to wakeboard with our professional team of instructors.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wakeboarding' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wakeboarding στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «wakeboarding».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!