warped

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/wɔːpt/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: warped, warp

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
warped adj(distorted by heat, etc.)στρεβλωμένος, παραμορφωμένος μτχ πρκ
 A twisted heap of warped metal was all that remained of the truck after the accident.
warped adjfigurative (idea, mind: twisted)διεστραμμένος μτχ πρκ
 The film provides an insight into the warped mind of a serial killer.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
warp vi(bend out of shape) (ξύλο, από υγρασία)σκεβρώνω ρ αμ
 (καθομιλουμένη)πιτσικάρω ρ αμ
 (άλλα υλικά)στραβώνω, παραμορφώνομαι ρ αμ
  στρεβλώνω ρ αμ
 The wood had warped and was no longer any use as a building material.
 Το ξύλο είχε σκεβρώσει και δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί πλέον ως κατασκευαστικό υλικό.
warp [sth] vtr(bend out of shape) (ξύλο, από υγρασία)σκεβρώνω ρ μ
 (άλλα υλικά)στραβώνω ρ μ
  παραμορφώνω ρ μ
  στρεβλώνω ρ μ
 Damp had warped the floorboards in the old cottage.
 Η υγρασία είχε σκεβρώσει τις σανίδες του πατώματος στο παλιό αγροτόσπιτο.
warp [sth] vtrfigurative (thoughts, mind: bias, distort)αλλοιώνω ρ μ
 (μεταφορικά)στρεβλώνω ρ μ
 The young criminal's unhappy childhood had warped his outlook on life.
 Τα δυστυχισμένα παιδικά χρόνια του νεαρού εγκληματία είχαν στρεβλώσει την αντίληψή του για τη ζωή.
warp vifigurative (become distorted)αλλάζω ρ αμ
  παραποιούμαι ρ αμ
 (προς το χειρότερο)διαστρεβλώνομαι ρ αμ
 (μεταφορικά)στρεβλώνω ρ αμ
 The meaning of some words warps over time.
 Η σημασία ορισμένων λέξεων αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
warp n(distortion of shape) (ξύλο)σκέβρωμα ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)πιτσικάρισμα ουσ ουδ
 (άλλα υλικά)στράβωμα ουσ ουδ
  παραμόρφωση, στρέβλωση ουσ θηλ
 The warp of the wood made it difficult to work with.
warp n(fabric: lengthwise threads) (στον αργαλειό)στημόνι ουσ ουδ
 The warp of the fabric is parallel to the selvage.
warp [sth] vtr(aeronautics: curve a surface) (έλεγχος κλίσης αεροσκάφους: φτερό)λυγίζω ρ μ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
warp | warped
ΑγγλικάΕλληνικά
at warp speed exprfigurative (extremely rapidly) (μεταφορικά)με ταχύτητα φωτός εκφρ
 It's difficult for companies to keep up with an industry that's moving at warp speed.
time warp n(science fiction)σκουληκότρυπα ουσ θηλ
  χρονοδίνη ουσ θηλ
 The ship must have travelled through a time warp, as the crew found themselves in Victorian England.
warp and weft n(woven structure)ύφανση με στημόνι και υφάδι φρ ως ουσ θηλ
warp and weft nfigurative (weaving)ύφανση με στημόνι και υφάδι φρ ως ουσ θηλ
  δομή βάσης φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'warped' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση warped στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «warped».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!