wear down



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wear down vi phrasal(be eroded)φθείρομαι ρ αμ
 The heel of my right shoe wears down more than the left one.
 Το τακούνι από το δεξί μου παπούτσι φθείρεται περισσότερο από το αριστερό.
wear [sth] down vtr phrasal sep(erode)φθείρω ρ μ
 She wore down the blade by using it so often.
 Έφθειρε τη λεπίδα χρησιμοποιώντας τη τόσο συχνά.
wear [sb] down vtr phrasal sepfigurative (tire into submission)κουράζω ρ μ
 (μεταφορικά)φθείρω ρ μ
 The children's constant pleading for sweets wore me down, until I finally gave in and let them have some.
 Τα συνεχή παρακάλια των παιδιών με κούρασαν, και τελικά ενέδωσα και τα άφησα να φάνε γλυκά.
wear [sb] down vtr phrasal sepfigurative (exhaust) (μεταφορικά)κουράζω, εξουθενώνω, καταβάλλω, καταπονώ ρ μ
 Her constant complaining wears me down.
 Τα συνεχή παράπονά της με εξουθενώνουν.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wear down' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wear down στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «wear down».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!