• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: weeding, weed

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weeding n(pulling up unwanted plants)ξεβοτάνισμα, ξεχορτάριασμα ουσ ουδ
 (επίσημο)βοτάνισμα ουσ ουδ
 There is still a lot of weeding to finish; we better get to work!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weed noften plural (unwanted plant) (χόρτο)αγριόχορτο, ζιζάνιο ουσ ουδ
 This garden's full of weeds.
 Αυτός ο κήπος είναι γεμάτος αγριόχορτα (or: ζιζάνια).
weed nuncountable, slang (drug: marijuana) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)χόρτο ουσ ουδ
 Do you want to buy some weed? He sat in his rocking chair smoking his weed.
 Θες να αγοράσεις χόρτο; Καθόταν στην κουνιστή πολυθρόνα του καπνίζοντας χόρτο.
the weed ninformal (tobacco)καπνός ουσ αρσ
 (καθομιλουμένη)ταμπάκο ουσ ουδ
  ταμπάκος ουσ αρσ
 Don is addicted to the weed; he smokes 40 a day.
weed [sth] vtr(pull weeds)ξεχορταριάζω ρ μ
  βοτανίζω, ξεβοτανίζω ρ μ
 Can you help me weed the garden?
 Μπορείς να με βοηθήσεις να ξεχορταριάσω τον κήπο;
weed [sth/sb] vtrfigurative (eliminate)απομακρύνω ρ μ
 (μεταφορικά)ξεσκαρτάρω ρ μ
 We need to weed all the poor performers from the company.
 Πρέπει να απομακρύνουμε από την εταιρεία όσους δεν έχουν καλή απόδοση.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weed n(seaweed)φύκι ουσ ουδ
 (επίσημο)φύκος ουσ ουδ
Σχόλιο: φύκος: πληθυντικός τα φύκη
 He put some weeds in his aquarium, to great effect.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
weed [sb] out,
weed out [sb]
vtr phrasal sep
figurative (remove [sb] unwanted)απομακρύνω ρ μ
 Why don't you weed out the poor performers by raising performance standards?
 Γιατί δεν απομακρύνεις όσους έχουν κακές επιδόσεις ανεβάζοντας τα απαιτούμενα επίπεδα απόδοσης;
weed out [sth],
weed [sth] out
vtr phrasal sep
figurative (eradicate [sth])καταπολεμώ ρ μ
 (μεταφορικά)ξεριζώνω ρ μ
 We're not going to weed out all the bad influences by stopping the free flow of information.
 Δεν θα ξεριζώσουμε όλες τις κακές επιρροές με το να σταματήσουμε την ελεύθερη ροή των πληροφοριών.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
weed | weeding
ΑγγλικάΕλληνικά
dill weed,
dill
n
(plant: aromatic herb)άνηθος ουσ αρσ
  άνηθο ουσ ουδ
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται, συνήθως, στον ενικό αριθμό.
 Dill weed is often used in eastern European cookery.
 Ο άνηθος χρησιμοποιείται πολύ συχνά στην ανατολικοευρωπαϊκή κουζίνα.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Θα μου δώσεις ένα ματσάκι άνηθο;
jewel weed n(flowering plant: busy lizzie) (μτφ: είδος φυτού)έρωτας ουσ αρσ
jimson weed nUS (loco weed: plant with toxic and hallucinogenic effects.)διαβολόχορτο ουσ ουδ
 He has written in detail about his experimentation with jimson weed in northern Mexico.
loco weed,
locoweed
n
(plant: jimson) (φυτό)αστράγαλος ο τραγάκανθος έκφρ
weed killer n(herbicide: plant-destroying chemical)ζιζανιοκτόνο ουσ ουδ
 Vinegar can be used as a weed killer but may also kill other plants.
whacker,
weed whacker
n
US (tool: grass trimmer) (εργαλείο)χορτοκοπτικό επίθ ως ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'weeding' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση weeding στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «weeding».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!