|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | welfare n | (well-being) | ευημερία ουσ θηλ | | | (καθομιλουμένη) | καλό επίθ ως ουσ ουδ | | | I'm worried about the welfare of the children. | | | Ανησυχώ για την ευημερία των παιδιών. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι γείτονές μου δεν δίνουν δεκάρα για το καλό των άλλων. | | welfare n | (government benefits) | κοινωνική πρόνοια επίθ + ουσ θηλ | | | | πρόνοια ουσ θηλ | | | He lived on welfare for many years. | | | Για πολλά χρόνια ζούσε με τα λεφτά που έπαιρνε από την Πρόνοια (or: Κοινωνική Πρόνοια). | | welfare n | (happiness) | ευτυχία ουσ θηλ | | | I'm concerned for your welfare and don't like to see you unhappy. | | | Ανησυχώ για την ευτυχία σου και δεν μου αρέσει να σε βλέπω δυστυχισμένη. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | welfare n | (health) | υγεία ουσ θηλ | | | I'm worried about his physical welfare because he looks ill. |
Ο όρος 'welfare' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|