well-built

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌwɛlˈbɪlt/

  • WordReference

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
well-built adj(structure: solid, stable)στέρεος, σταθερός, γερός, στιβαρός επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 I can't deny the new headquarters is well built, but does it have to be so ugly?
well-built adj(person: heavy, large)μεγαλόσωμος, στιβαρός επίθ
  γεροδεμένος μτχ πρκ
 The police are looking for a young well-built man with a light complexion.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'well-built' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση well-built στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «well-built».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!