wetting

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwetɪŋ/

From the verb wet: (⇒ conjugate)
wetting is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: wetting, wet

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wetting,
bedwetting
n
informal (urinating during sleep)βρέχω το κρεββάτι μου περίφρ
 (επίσημο)νυχτερινή ενούρηση φρ ως ουσ θηλ
 It's not uncommon for young children to have issues with wetting.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wet adj(soaked)υγρός επίθ
  μουσκεμένος, βρεγμένος μτχ πρκ
 (καθομιλουμένη)μούσκεμα, μουσκίδι ουσ ως επίθ
 The rug was wet after the toilet overflowed.
 Το χαλάκι ήταν υγρό από την υπερχείλιση της τουαλέτας.
 Το χαλάκι ήταν μουσκεμένο (or: βρεγμένο) από την υπερχείλιση της τουαλέτας.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Γύριζε μες στη βροχή κι έγινε μούσκεμα (or: μουσκίδι).
wet adj(moist, damp)υγρός επίθ
  βρεγμένος μτχ πρκ
 His mother put a wet cloth on his forehead to reduce the fever.
 Η μητέρα του του έβαλε ένα υγρό πανί στο μέτωπο να ρίξει τον πυρετό.
 Η μητέρα του του έβαλε ένα βρεγμένο πανί στο μέτωπο να ρίξει τον πυρετό.
wet adj(freshly painted)νωπός, φρέσκος επίθ
 Caution! Wet paint.
wet [sth] vtr(dampen)βρέχω ρ μ
  μουσκεύω ρ μ
  υγραίνω ρ μ
 (ποιητικό)νοτίζω ρ μ
 If you wet it a little, the stain will come out.
 Αν το βρέξεις λίγο, ο λεκές θα φύγει.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μην βγεις στον κήπο, θα μουσκέψεις τα παπούτσια σου.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Από την αμηχανία του ύγραινε συνέχεια τα χείλη.
 Η βροχή είχε νοτίσει το χώμα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wet [sth] vtr(urinate in: bed, nappy, etc.)βρέχω ρ μ
 The baby wet her diaper.
wet adj(rainy)βροχερός επίθ
  βρέχει ρ απρ
 Is it still wet outside? I hope the weather clears up.
 Βρέχει ακόμα έξω; Ελπίζω να ανοίξει ο καιρός.
wet adjUK, pejorative, informal (pathetic, feeble person)δειλός επίθ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κότα ουσ ως επίθ άκλ
 Sally is so wet! She needs to stand up for herself more.
wet n(moisture)υγρασία ουσ θηλ
 Close the door or you'll let in all the wet.
wet n(rainy weather)βροχή ουσ θηλ
 You shouldn't go out in the wet without a coat.
wet ndated, pejorative, informal, UK (pathetic, feeble person)δειλός επίθ ως ουσ
  μαλθακός επίθ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κότα ουσ θηλ
 Maggie didn't want to go out with Pete because she thought he was wet.
wets npl(racing car: wet-weather tires)ελαστικά βροχής φρ ως ουσ ουδ πλ
  λάστιχα για βροχή φρ ως ουσ ουδ πλ
 If it starts raining before the race, we'll change to wets.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
wetting | wet
ΑγγλικάΕλληνικά
bed-wetting n(urinating during sleep)νυκτερινή ενούρηση επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wetting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wetting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «wetting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!