• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wheelie ninformal (riding a cycle on back wheels only) (καθομιλουμένη)σούζα ουσ θηλ
 Noah did a wheelie to impress his friends.
wheelie ninformal, UK, abbreviation (wheelie bin: trash cart on wheels)κάδος ουσ αρσ
  κάδος απορριμμάτων φρ ως ουσ αρσ
 (καθομιλουμένη)σκουπιδοτενεκές ουσ αρσ
 (κατά λέξη)κάδος απορριμμάτων με ροδάκια περίφρ
 We use a wheelie for our general waste and a clear plastic bag for our recycling.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
wheelie bin,
wheelie-bin
n
informal, UK (refuse bin on wheels)κάδος απορριμάτων με ρόδες περίφρ
 James put the rubbish in the wheelie bin.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wheelie' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wheelie στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «wheelie».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!