|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | wield [sth]⇒ vtr | (authority, power etc.) | έχω, κατέχω ρ μ | | | | ασκώ ρ μ | | | (μεταφορικά) | κρατώ στα χέρια μου έκφρ | | | (μεταφορικά) | έχω τα ηνία έκφρ | | | The Minister was elected, but everyone knew it was his secretary who really wielded the power. | | | Ο πρόεδρος εκλέχτηκε, όμως όλοι γνώριζαν ότι η γραμματέας του ήταν εκείνη που κρατούσε την εξουσία στα χέρια της. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | wield [sth]⇒ vtr | (use in hand) | χειρίζομαι ρ μ | | | The knight wielded his sword with such expertise that he soon disarmed his opponent. |
Ο όρος 'wield' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|