• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: wooing, woo

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wooing ndated (courting a woman)φλερτ ουσ ουδ άκλ
 (παλαιό)κόρτε ουσ ουδ άκλ
 Mary was tired of Olaf's relentless wooing.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
woo [sb] vtr(court: a woman)προσπαθώ να κερδίσω κπ, προσπαθώ να εντυπωσιάσω κπ περίφρ
  προσεγγίζω ρ μ
  καλοπιάνω, καλομαθαίνω ρ μ
  φλερτάρω ρ μ
 George wooed his sweetheart with flowers and gifts.
 Ο Τζορτζ καλόπιασε την αγαπημένη του με λουλούδια και δώρα.
woo [sb] vtrfigurative (attract: to new job)προσελκύω ρ μ
 (καθομιλουμένη)τραβάω, κερδίζω ρ μ
 (χρησιμοποιώντας μέσα)καλοπιάνω ρ μ
 I heard the Smith corporation is trying to woo the CEO of Jones & Co.
 Άκουσα ότι η εταιρεία Σμιθ προσπαθεί να προσελκύσει τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας Τζόουνς & Σία.
woo [sth] vtrfigurative (seek) (μεταφορικά)κυνηγάω, κυνηγώ ρ μ
  επιζητώ ρ μ
 The young actor wooed fame, despite her complaints about media intrusion.
 Η νεαρή ηθοποιός κυνηγούσε τη δόξα, παρόλο που παραπονιόταν για την εισβολή των ΜΜΕ στη ζωή της.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
woo vi(court a woman)προσελκύω μια γυναίκα περίφρ
 (καθομιλουμένη)τραβάω μια γυναίκα, κερδίζω μια γυναίκα περίφρ
 (καθομιλουμένη)κάνω κπ να με θέλει περίφρ
 Fred asked George for advice on how to woo.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wooing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wooing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «wooing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!