appraisal

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈpreɪzəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/əˈpreɪzəl/ ,USA pronunciation: respelling(ə prāzəl)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
appraisal n(opinion)εκτίμηση, αξιολόγηση ουσ θηλ
 The physician did an in-depth appraisal of Amy's illness before prescribing her medication.
 Ο γιατρός πραγματοποίησε μια εις βάθος αξιολόγηση (or: εκτίμηση) της ασθένειας της Έιμι προτού της συνταγογραφήσει φάρμακα.
appraisal n(estimated value)εκτιμηθείσα τιμή μτχ αορ + ουσ θηλ
  εκτίμηση, αποτίμηση ουσ θηλ
 The owner of the hot rod was surprised at its low appraisal.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η εκτιμηθείσα τιμή για το εξοχικό μας ξεπέρασε τις προσδοκίες μας.
appraisal n(act of estimating value) (τιμής)εκτίμηση, αποτίμηση ουσ θηλ
 As the owner of an antiques store, Bill sells antiques and does appraisals.
 Ως ιδιοκτήτης αντικερί, ο Μπιλ πουλά αντίκες και κάνει εκτιμήσεις.
appraisal n(employee evaluation)αξιολόγηση ουσ θηλ
 The manager conducts appraisals with all his staff in August.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
self-appraisal n(assessment of yourself)αυτοαξιολόγηση ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'appraisal' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: get an appraisal on a [house, home, ring, diamond, car] , The appraisal of the [house] was too [high, low]., an appraisal to [determine, establish, ensure], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση appraisal στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «appraisal».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!