|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | appreciation n | (gratitude, thanks) | εκτίμηση ουσ θηλ | | | Ana showed her appreciation for Susan's thoughtfulness by sending her a bouquet of flowers. | | | Η Άνα έδειξε την εκτίμησή της για την καλοσύνη της Σούζαν στέλνοντάς της ένα μπουκέτο λουλούδια. | | appreciation n | (enjoyment) | απόλαυση ουσ θηλ | | | | απολαμβάνω ρ μ | | | Mr. and Mrs. Whitley have a deep appreciation for theatre. | | | Ο κύριος και η κυρία Γουίτλεϋ απολαμβάνουν πολύ το θέατρο. | | appreciation n | (of art, wine, etc.) | εκτιμώ ρ μ | | | | αναγνωρίζω την αξία, εκτιμώ την αξία έκφρ | | | | εκτίμηση ουσ θηλ | | | It wasn't until I was over 40 that I developed an appreciation for fine art. | | | Μόλις στα 40 μου άρχισα να εκτιμώ τις καλές τέχνες. | | appreciation n | (inflation: rise in prices) | ανατίμηση ουσ θηλ | | | There has been a recent appreciation in the value of ancient Chinese art. | | | Έγινε πρόσφατα ανατίμηση στην αξία των αρχαίων κινεζικών έργων τέχνης. |
Ο όρος 'appreciation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|