awakening

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈweɪkənɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/əˈweɪkənɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(ə wākə ning)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: awakening, awaken

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
awakening n(waking from sleep)ξύπνημα ουσ ουδ
 (επίσημο)έγερση ουσ θηλ
 Frequent awakenings in the night may be a sign of stress.
 Τα συχνά ξυπνήματα κατά τη διάρκεια του βραδινού ύπνου μπορεί να είναι σημάδι στρες.
awakening nfigurative (realisation, new awareness) (μεταφορικά)συνειδητοποίηση, αφύπνιση ουσ θηλ
  ξύπνημα ουσ ουδ
 His sexual awakening came at an early age.
 Η σεξουαλική του αφύπνιση ήρθε σε αρκετά νεαρή ηλικία.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
awaken vi(wake up, become awake)ξυπνάω, ξυπνώ ρ αμ
 (ανεπίσημο)σηκώνομαι ρ αμ
 When you awaken, reflect on what you want to accomplish today.
 Όταν ξυπνήσεις συλλογίσου τι θέλεις να πετύχεις σήμερα.
awaken [sb] vtr(wake: [sb])ξυπνάω, ξυπνώ ρ μ
 The sound of cats outside awakened me.
 Ο θόρυβος από τις γάτες έξω με ξύπνησε.
awaken [sth] vtrfigurative (arouse: emotion) (μεταφορικά: επαναφέρω)ξυπνώ, ζωντανεύω ρ μ
 Her stories awakened memories of my childhood.
 Οι ιστορίες της ξύπνησαν (or: ζωντάνεψαν) αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
awaken to [sth] vtr phrasal insep(experience on waking) (με κάτι, από κάτι)ξυπνώ, ξυπνάω ρ αμ
 I was awakened to the rude sounds of someone pounding on my door.
 Ξύπνησα από τους ήχους που έκανε κάποιος βαρώντας αγενώς την πόρτα μου.
awaken to [sth] vtr phrasal insepfigurative (become enlightened about) (μεταφορικά)αφυπνίζω ρ μ
  ξυπνώ ρ μ
 (εγώ ο ίδιος)αφυπνίζομαι ρ αμ
  ξυπνώ ρ αμ
 The young maiden was slowly awakened to feelings of her sexuality.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι πνευματικοί άνθρωποι μπορούν να αφυπνίσουν τον λαό και να τον εμπνεύσουν.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
awakening | awaken
ΑγγλικάΕλληνικά
rude awakening,
rude shock
n
([sth] unexpected, unpleasant) (μεταφορικά)απότομη προσγείωση επίθ + ουσ θηλ
 Many young people are in for a rude awakening when they leave home and have to start paying their own bills.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'awakening' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση awakening στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «awakening».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!