balding

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɔːldɪŋ/US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈbɔldɪŋ/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Ο όρος 'balding' παραπέμπει στον όρο ''balding''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'balding' is cross-referenced with ''balding''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: balding, bald

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
balding adj(losing your hair)που χάνει τα μαλλιά του, που άρχισε να φαλακραίνει επίθ
Σχόλιο: επιθετικοί προσδιορισμοί
 What is a good hairstyle for balding men?
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bald adj(person: no hair on head)φαλακρός επίθ
 (πιθανά μειωτικό)καραφλός επίθ
 Since Frank is bald, he puts sunscreen on his head every morning.
 Καθώς ο Φρανκ είναι φαλακρός, βάζει αντηλιακό στο κεφάλι του κάθε μέρα.
bald adj(head: no hair)φαλακρός επίθ
 (πιθανά μειωτικό)καραφλός επίθ
 Jasper, who had thick, dark hair, suddenly felt self-conscious being surrounded by so many bald heads.
 Ο Τζάσπερ, ο οποίος είχε πυκνά, σκουρόχρωμα μαλλιά, ξαφνικά ένιωσε αμήχανα όταν βρέθηκε ανάμεσα σε τόσα φαλακρά κεφάλια.
bald adj(tire: no tread) (καθομ, μεταφορικά)φαγωμένος μτχ πρκ
  φθαρμένος μτχ πρκ
 Bald tires are dangerous, so it's important to check the tread periodically.
 Τα φθαρμένα λάστιχα είναι επικίνδυνα, γι' αυτό είναι σημαντικό να ελέγχουμε το πέλμα τους κατά διαστήματα.
bald adj(land: no plants) (μεταφορικά)γυμνός επίθ
 (μτφ: συνήθως βουνό)φαλακρός επίθ
 The landscape was completely bald after the wildfire.
 Το τοπίο ήταν εντελώς γυμνό μετά την πυρκαγιά.
bald adjfigurative (without detail, excess) (μεταφορικά)γυμνός επίθ
  απλός, λιτός επίθ
 (για λόγο)απερίφραστος επίθ
 (για λόγο)ρητός, κατηγορηματικός επίθ
 The bald denials of the witnesses strengthened the plaintiff's case.
 Οι κατηγορηματικές αρνήσεις των μαρτύρων ενδυνάμωσαν την υπόθεση του ενάγοντος.
bald adjfigurative (statement: blunt)απερίφραστος επίθ
 (μεταφορικά)ωμός επίθ
 Hester's comments were bald and offended a few people.
 Τα σχόλια της Χέστερ ήταν ωμά και πρόσβαλαν ορισμένους.
be balding vi(lose your hair)κάνω φαλάκρα, κάνω καράφλα περίφρ
 (ανεπίσημο)καραφλιάζω ρ αμ
 Homer is balding, but he doesn't seem to mind.
 Ο Χόμερ κάνει φαλάκρα (or: κάνει καράφλα), αλλά δεν φαίνεται να τον ενοχλεί.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
bald | balding
ΑγγλικάΕλληνικά
bald eagle n(North American bird of prey)φαλακρός αετός ουσ αρσ
 The bald eagle is the national bird of the United States.
bald head n(head with no hair)φαλακρό κεφάλι, καραφλό κεφάλι ουσ ουδ
 He quickly put on a hat to keep the hailstones from bouncing on his bald head.
bald patch,
bald spot
n
(area of scalp: no hair)φαλάκρα ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)καράφλα ουσ θηλ
bald tire (US),
bald tyre (UK)
n
(vehicle's wheel cover: very worn) (όχημα)λιωμένο λάστιχο, φθαρμένο λάστιχο, φαγωμένο λάστιχο επίθ + ουσ ουδ
 You have one bald tire but the other three still have some rubber left on them.
bald-headed adj(having no hair)φαλακρός επίθ
 (καθομιλουμένη)καραφλός επίθ
baldfaced,
bald-faced
adj
mainly US, figurative (lie: brazen, flagrant)απροκάλυπτος, σκανδαλώδης, ξεδιάντροπος επίθ
 (ψεύδη)ασύστολος επίθ
baldfaced,
bald-faced
adj
mainly US, figurative (liar: brazen)ξεδιάντροπος επίθ
go bald vi + adj(lose your hair)φαλακραίνω, καραφλιάζω ρ αμ
 The idea of going grey doesn't bother me, but I'd hate to go bald.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση balding στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «balding».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!