bored

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɔːrd/US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/bɔrd/

From the verb bore: (⇒ conjugate)
bored is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: bored, bore

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bored adj(uninterested)βαριεστημένος μτχ πρκ
  βαριέμαι ρ αμ
 The bored children wanted to play outside.
 Τα βαριεστημένα παιδιά ήθελαν να παίξουν έξω.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bore [sb] vtr(make bored)κάνω κπ να βαριέται περίφρ
  προκαλώ βαρεμάρα σε κπ περίφρ
 (εγώ κάτι)βαριέμαι ρ μ
 I try to pay attention, but algebra class bores me.
 Προσπαθώ να παρακολουθώ, αλλά το μάθημα της άλγεβρας με κάνει να βαριέμαι.
 Προσπαθώ να παρακολουθώ, αλλά το μάθημα της άλγεβρας μου προκαλεί βαρεμάρα.
 Προσπαθώ να παρακολουθώ, αλλά βαριέμαι το μάθημα της άλγεβρας.
bore [sth] vtr(pierce: a hole) (τρύπα με τρυπάνι)ανοίγω ρ μ
 The carpenter bored a hole in the board.
 Ο ξυλουργός άνοιξε μια τρύπα στη σανίδα.
bore [sth] vtr(drill: shaft, tunnel)σκάβω ρ μ
  ανοίγω ρ μ
 This machine can bore tunnels through layers of rock.
bore n(uninteresting person) (καθομιλουμένη)βαρετός τύπος, βαρετή τύπισσα επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  βαρετό άτομο επίθ + ουσ ουδ
 Don't invite that bore Quentin to the party.
 Μην καλέσεις αυτόν τον βαρετό τύπο, τον Κουέντιν, στο πάρτι.
a bore n(dull event)σκέτη βαρεμάρα περίφρ
  βαρετός επίθ
 This play is such a bore; let's leave at intermission.
 Αυτό το έργο είναι σκέτη βαρεμάρα. Ας φύγουμε στο διάλειμμα.
bore n(diameter of a gun barrel)διαμέτρημα ουσ ουδ
 This gun has a bore of 6mm.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bore nAU (artesian well)αρτεσιανό πηγάδι επίθ + ουσ ουδ
bore n(cylinder or tube)κύλινδρος, σωλήνας ουσ αρσ
 (τεχνικός όρος: για δειγματοληψία)καρότο ουσ ουδ
bore n(wave in estuary) (επίσημο, κατά λέξη)κύμα αποτόμου μετώπου φρ ως ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)κύμα ουσ ουδ
bore n(diameter of hole)διάμετρος ουσ θηλ
 The bore of this washer is 10mm.
bore [sth] vtr(expand diameter of hole)διευρύνω ρ μ
 (μεταφορικά, καθομ)ανοίγω ρ μ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
bored | bore
ΑγγλικάΕλληνικά
be bored out of your mind v exprfigurative, informal (be extremely bored) (μεταφορικά)έχω βαρεθεί τη ζωή μου έκφρ
 (καθομιλουμένη)έχω σκυλοβαρεθεί έκφρ
bored stiff adjinformal, figurative (very bored)βαριεστημένος επίθ
 Lucy was bored stiff at the opera.
bored to death adjfigurative, informal (be weary from lack of stimulation) (αργκό)σκυλοβαριέμαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)βαριέμαι αφόρητα ρ αμ + επίρ
  κοντεύω να πεθάνω από τη βαρεμάρα έκφρ
 (πιο επίσημο)πλήττω αφόρητα ρ αμ + επίρ
 Sitting in class, he was bored to death with the teacher's lecture. You looked bored to death during that play!
 Άκουγε τον δάσκαλο να παραδίδει το μάθημα και σκυλοβαριόταν.
 Μου έδωσες την εντύπωση ότι έπληξες αφόρητα με την παράσταση.
bored to tears adjfigurative, informal (weary of [sth](μεταφορικά)βαριεστημένος μέχρι θανάτου εκφρ
 I was bored to tears by the documentary on fishing, and couldn't wait for it to end.
bored with [sth],
bored of [sth]
v expr
(find [sth] dull)βαριέμαι ρ μ
 I'm feeling bored with my life.
get bored vi + adjinformal (lose interest)βαριέμαι, πλήττω ρ αμ
 At the beginning of school, he's usually fascinated, but he gets bored within a week.
 Στο σχολείο είναι αρχικά συνήθως ενθουσιασμένος, αλλά βαριέται (or: πλήττει) μέσα σε μία εβδομάδα.
get bored with [sth],
get bored of [sth]
v expr
informal (lose interest)βαριέμαι ρ μ
 (μεταφορικά)κουράζομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 Stanley got bored of the movie, so he changed the channel.
get bored of [sth] vi + adjinformal (lose interest)βαριέμαι ρ μ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bored' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [be, get] bored, bored in [class], got bored at [home, work, the party], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bored στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bored».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!