captain

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkæptɪn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈkæptən/ ,USA pronunciation: respelling(kaptən, -tin)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
captain n(chief of ship's crew)καπετάνιος, καπετάνισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 (μεγάλο σκάφος)πλοίαρχος ουσ αρσ/θηλ
  κυβερνήτης, κυβρνήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The captain takes dinner in his cabin every evening.
 Ο πλοίαρχος δειπνεί στην καμπίνα του κάθε βράδυ.
captain n(leader)ηγέτης, ηγέτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  αρχηγός ουσ αρσ/θηλ
  επικεφαλής ουσ αρσ/θηλ
 Mr. Smith is the captain of this business launch.
 Ο κ. Σμιθ είναι ο επικεφαλής της νέας επιχειρηματικής πρωτοβουλίας.
captain n(military rank) (ξηρά)λοχαγός ουσ αρσ/θηλ
 (ναυτικό)υποπλοίαρχος ουσ αρσ/θηλ
 (αεροπορία)σμηναγός ουσ αρσ/θηλ
 Chuck joined the US Air Force, where he rose to the rank of captain.
captain n(sports: team leader)αρχηγός ουσ αρσ/θηλ
 Helen was named captain of the soccer team this year.
 Η Έλεν ανακηρύχθηκε αρχηγός της ομάδας ποδοσφαίρου φέτος.
captain nUS (fire department, police: chief) (αστυνομία)αστυνόμος Β' φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 (πυροσβεστική)πυραγός ουσ αρσ/θηλ
Σχόλιο: Η μετάφραση δίνεται με βάση τα ελληνικά δεδομένα. Από χώρα σε χώρα μπορεί να διαφέρει ελαφρά.
 The police captain was summoned to testify in court.
captain n(aircraft: pilot in command)πιλότος ουσ αρσ/θηλ
  κυβερνήτης, κυβερνήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 "We'll be landing in Dallas in about thirty minutes," the captain announced over the plane's intercom.
captain [sth] vtr(command, lead) (με γενική)ηγούμαι ρ αμ
  είμαι επικεφαλής ρ έκφρ
 Martin captains the finance department.
 Ο Μάρτιν ηγείται του τμήματος χρηματοοικονομικών.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bell captain (hotel employee) (θέση σε ξενοδοχείο)bell captain ουσ αρσ άκλ
captain of industry nfigurative (leading businessperson)μεγαλοεπιχειρηματίας ουσ αρσ/θηλ
 (ιδιοκτήτης βιομηχανίας)μεγαλοβιομήχανος ουσ αρσ/θηλ
 They called Carnegie a captain of industry when they praised him and a robber baron when they criticized him.
police captain nUS (head of a police district in US)αρχηγός αστυνομικού τμήματος ουσ αρσ
sea captain n(commander of a ship)πλοίαρχος, καπετάνιος ουσ αρσ
 My grandfather was a sea captain, the master of a merchant ship.
vice captain n(of a sports team, etc.)αναπληρωματικός αρχηγός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'captain' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [team, ship, vice, squadron, plane, class] captain, the captain of the [team], the first [female, teenage] captain of, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση captain στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «captain».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!