carefully

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɛərfʊli/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
carefully adv(cautiously)προσεκτικά επίρ
  με προσοχή φρ ως επίρ
 (μεταφορικά)καλά επίρ
 The children looked carefully before crossing the street.
 Τα παιδιά κοίταξαν προσεκτικά πριν διασχίσουν τον δρόμο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
carefully adv(with precision)προσεκτικά επίρ
  σχολαστικά επίρ
 She carefully measured the water.
carefully adv(wisely, prudently)συνετά, μετρημένα επίρ
  με σύνεση περίφρ
 He is not rich, and spends money carefully.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
look carefully at [sth] vtr(examine closely)εξετάζω κτ προσεκτικά ρ μ + επίρ
 One should always look carefully at a document before signing it.
tread carefully vi + advfigurative (be cautious or gentle)είμαι προσεκτικός ρ έκφρ
 He's quite sensitive about that, so tread carefully.
 Είναι αρκετά ευαίσθητος μ' αυτό το θέμα, γι' αυτό να είσαι προσεκτικός.
tread carefully vi + adv(walk cautiously)προχωράω προσεκτικά, βαδίζω προσεκτικά ρ αμ + επίρ
  προσέχω το βήμα μου έκφρ
 Tread carefully, so you don't disturb the wildlife.
 Προχώρα προσεκτικά για να μην ενοχλήσεις τα ζώα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'carefully' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: was carefully [done, made, built], thought [things, the idea] through carefully, the [patient, evidence] was carefully [examined, studied], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση carefully στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «carefully».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!