|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: carry [sth] over, carry over [sth] vtr phrasal sep | (sum: transfer to next column) (μαθηματικά: άθροισμα, υπόλοιπο) | μεταφέρω ρ μ | | | Carry over the number "4" and put it at the top of the next column. | | | Μετάφερε τον αριθμό «4» και βάλ' τον στην κορυφή της επόμενης στήλης. | carry [sth] over, carry over [sth] vtr phrasal sep | (vacation allowance: use next year) (άδεια) | μεταφέρω στο επόμενο έτος έκφρ | | | My boss won't allow me to carry over my vacation time to next year so I must take holidays now. | | | Το αφεντικό μου δεν θα μου επιτρέψει να μεταφέρω την άδειά μου στο επόμενο έτος, επομένως πρέπει να κάνω διακοπές τώρα. | | carry over to [sth] vi phrasal + prep | (be extended) | παρατείνομαι ρ αμ | | | His frustration at work carried over to his home. | | | Η αγανάκτησή του στη δουλειά παρατάθηκε και στο σπίτι του. |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: carryover, also UK: carry-over, carryforward, also UK: carry-forward n | (accounts: amount carried forward) | μεταφορά ουσ θηλ | | | | μεταφερόμενο ποσό επίθ + ουσ ουδ | carryover, also UK: carry-over n | ([sth] postponed, extended) (συνήθως κάτι κακό) | απομεινάρι, κατάλοιπο ουσ ουδ | | | | κτ που μεταφέρεται, κτ που παραμένει, κτ που διατηρείται περίφρ | | | | κτ που παίρνω μαζί μου περίφρ |
|
|