|
|
Listen:
- Inflections of 'chin' (v): (⇒ conjugate)
- chins
- v 3rd person singular
- chinning
- v pres p
- chinned
- v past
- chinned
- v past p
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | chin n | (body part) (άκρη σαγονιού) | πιγούνι ουσ ουδ | | | (άτυπο) | σαγόνι ουσ ουδ | | | (επίσημο) | πώγωνας ουσ αρσ | | | Bill cut his chin while shaving. | | | Ο Μπιλ έκοψε το πηγούνι του ενώ ξυριζόταν. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | chin⇒ vi | US, slang (chat) | κουβέντα, κουβεντούλα ουσ θηλ | | | (αργκό) | τσατ ουσ ουδ άκλ | | | I can't stand here chinning all day; there's work to do! |
Ο όρος 'chin' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|