• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: jutting, jut

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
jutting adj(sticking out)προεξέχων μτχ ενέστ
  που προεξέχει περίφρ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)που πετάει περίφρ
  πεταχτός επίθ
 Norway is home to some impressive jutting rock formations.
jutting adj(chin: pushed forward)προεξέχων μτχ ενέστ
 The character of Punch has a distinctive jutting chin.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
jut vi(project, stick out)προεξέχω ρ αμ
 Florida juts into the Gulf of Mexico.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
jut out vi phrasal(protrude, stick out)προεξέχω ρ αμ
  προβάλλω ρ αμ
 (καθομιλουμένη)πετάγομαι, πετάω ρ αμ
 Dave's right leg was broken and the bone was jutting out.
jut out from [sth] vi phrasal + prep(protrude or extend from)προεξέχω από κτ ρ αμ + πρόθ
  προβάλλω από κτ ρ αμ + πρόθ
 (καθομιλουμένη)πετάγομαι από κτ, πετάω από κτ ρ αμ + πρόθ
 Arthur grabbed hold of a piece of rock that was jutting out from the wall of the cliff.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'jutting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση jutting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «jutting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!