| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| claim n | (assertion) | ισχυρισμός ουσ αρσ |
| | Their claim was that they had been cheated. |
| | Ο ισχυρισμός τους ήταν ότι είχαν εξαπατηθεί. |
| claim n | (demand for payment) (απαίτηση για πληρωμή) | διεκδίκηση, απαίτηση ουσ θηλ |
| | (επίσημο) | αξίωση ουσ θηλ |
| | The driver filed an insurance claim. |
| | Ο οδηγός κατέθεσε αίτηση για ασφαλιστικές διεκδικήσεις (or: απαιτήσεις). |
claim, claim to [sth] n | (demand) | διεκδίκηση, απαίτηση ουσ θηλ |
| | (επίσημο) | αξίωση ουσ θηλ |
| | His claim to the property was rejected. |
| | Η διεκδίκησή του όσον αφορά το ακίνητο απορρίφθηκε. |
claim, claim on [sth] n | (right) | δικαίωμα ουσ ουδ |
| | I have first claim on the property. |
| | Έχω κύριο δικαίωμα στην ιδιοκτησία. |
claim, claim that vtr | (with clause: assert that) (ότι, πως) | ισχυρίζομαι, διατείνομαι ρ μ |
| | | υποστηρίζω ρ μ |
| | Roger claims that he has seen aliens. |
| | Ο Ρότζερ ισχυρίζεται ότι έχει δει εξωγήινους. |
| claim to do [sth] v expr | (achievement: assert) | ισχυρίζομαι ότι/πως κάνω κτ, υποστηρίζω ότι/πως κάνω κτ έκφρ |
| | (λόγιος) | διατείνομαι ότι/πως κάνω κτ έκφρ |
| | This paint brand claims to cover a larger area than that rival brand. |
| | Αυτή η εταιρεία βαφών ισχυρίζεται ότι καλύπτει μεγαλύτερη επιφάνεια σε σχέση με του ανταγωνιστές της. |
| claim to be [sth] v expr | (say that you are) | ισχυρίζομαι ότι είμαι κτ, διατείνομαι ότι είμαι κτ περίφρ |
| | You claim to be a musician, but is this the truth? The young man claimed to be her long-lost son. |
| | Ισχυρίζεσαι (or: Διατείνεσαι) πως είσαι μουσικός, αλλά είναι αλήθεια αυτό; |
| claim to have done [sth] v expr | (achievement: assert) (ότι/πως έχω κάνει κτ) | ισχυρίζομαι, υποστηρίζω ρ μ |
| | (λόγιο: ότι/πως έχω κάνει) | διατείνομαι ρ μ |
| | Weston claimed to have invented a new method for producing copper. |
| | Ο Γουέστον υποστήριξε πως έχει εφεύρει μια νέα μέθοδο για την παραγωγή χαλκού. |
| claim [sth]⇒ vtr | (demand [sth]) | απαιτώ, διεκδικώ ρ μ |
| | (επίσημο) | αξιώνω ρ μ |
| | My father never claimed his visitation rights after my parents got divorced. |
| | Ο πατέρας δεν διεκδίκησε ποτέ τις επισκέψεις που δικαιούτο μετά το διαζύγιο των γονιών μου. |
Σύνθετοι τύποι: claim | claimed |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
baggage claim, baggage reclaim n | (airport area) | χώρος παραλαβής αποσκευών ουσ αρσ |
| | We had to wait an hour and a half in baggage claim before our bags came through. |
| | Έπρεπε να περιμένουμε μιάμιση ώρα στον χώρο παραλαβής αποσκευών μέχρι να έρθουν οι βαλίτσες μας. |
baggage reclaim, reclaim, baggage claim n | (airport: luggage collection area) | χώρος παραλαβής αποσκευών έκφρ |
| | When I got off the plane, I headed straight to baggage reclaim to wait for my suitcase. |
claim [sth] back, claim back [sth] vtr + adv | (request repayment) | ζητώ την επιστροφή του κτ έκφρ |
| claim for [sth] vi + prep | (request payout) | ζητώ ρ μ |
| | | διεκδικώ ρ μ |
| | (επίμονα, επιτακτικά) | απαιτώ ρ μ |
| Σχόλιο: Το ρήμα «απαιτώ» έχει πιο έντονη σημασία από τα άλλα δύο ρήματα. |
| claim form n | (request for compensation) | έντυπο αίτησης για αποζημίωση περίφρ |
| claim form n | UK (law: summons) (από δικαστήριο) | κλήτευση, κλήση ουσ θηλ |
| claim lives v expr | (cause people to die) | στοιχίζω ζωές έκφρ |
| | | αφαιρώ ζωές, παίρνω ζωές έκφρ |
| | This perilous narrow stretch of road continues to claim lives. |
| claim the lives of v expr | (cause people to die) | στοιχίζω τη ζωή σε έκφρ |
| | The earthquake claimed the lives of 100 people. |
| file a claim v expr | (application to insurance company) | υποβάλλω αγωγή για αποζημίωση έκφρ |
| insurance claim n | (request for insurance to be paid) | αίτηση αποζημίωσης ουσ θηλ |
| | I have to file an insurance claim to be reimbursed for my doctor appointment. |
| lay claim to [sth] v expr | (claim ownership of) (ιδιοκτησία) | διεκδικώ ρ μ |
| | He laid claim to the house and the surrounding land. |
| | Διεκδίκησε το σπίτι και τη γη που το περιβάλλει. |
| lay claim to doing [sth] v expr | (assert [sth] about yourself) | ισχυρίζομαι ότι/πως ρ αμ |
| | Prudence laid claim to being the best singer in her family. |
| lay claim to [sth] v expr | (claim to have) | ισχυρίζομαι πως κατέχω περίφρ |
| legal claim n | (right, [sth] demanded by law) | νομική αξίωση επίθ + ουσ θηλ |
| qualifying claim n | (eligible request for insurance payout) | αξίωση που πληροί τις προϋποθέσεις περίφρ |
| | | έγκυρη αξίωση επίθ + ουσ θηλ |
| stake your claim v expr | (assert right) (μεταφορικά) | καπαρώνω ρ αμ |
| | Well if you're not interested in her, do you mind if I stake my claim? |
| waive a claim v expr | (give up one's right to [sth]) | παραιτούμαι δικαιώματος περίφρ |
| | After the conversation with the lawyer, the injured man decided to waive his claim to legal damages. |
| warranty claim n | (request for repair or replacement of goods) | απαίτηση βάσει εγγύησης περίφρ |