professed

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/prəˈfɛst/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/prəˈfɛst/ ,USA pronunciation: respelling(prə fest)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: professed, profess

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
professed adj(claimed, declared to be)δεδηλωμένος μτχ πρκ
 Surprisingly, the religion teacher is a professed atheist.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
profess to do [sth] v expr(claim)διατείνομαι, ισχυρίζομαι ρ αμ
 She professes to know several governors personally.
 Διατείνεται (or: ισχυρίζεται) ότι γνωρίζει αρκετούς κυβερνήτες προσωπικά.
profess [sth] vtr(declare)εκφράζω ρ μ
  δηλώνω ρ μ
 (τον έρωτά μου)εξομολογούμαι ρ μ
 Quentin fell to his knees and professed his undying love for me.
 Ο Κουέντιν έπεσε στα γόνατα και δήλωσε την αιώνια αγάπη του για μένα.
profess [sth],
profess that
vtr
(with clause: declare)εκφράζω ρ μ
  δηλώνω ρ μ
  αποδεικνύω έμπρακτα ρ μ + επίρ
 Sarah went to the concert to profess her love to Justin Bieber.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση professed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «professed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!