|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | productive adj | (activity: fruitful) | παραγωγικός, αποτελεσματικός επίθ | | | It's not productive to have the students simply copy sentences. | | | Δεν είναι παραγωγικό οι μαθητές να αντιγράφουν απλά προτάσεις. | | productive adj | (time period: profitable) | παραγωγικός, αποδοτικός επίθ | | | We've had a very productive session this morning, gentlemen. | | | Κύριοι, είχαμε μια πολύ παραγωγική συνεδρίαση σήμερα το πρωί. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | productive adj | (cough: producing mucus) | παραγωγικός επίθ |
Ο όρος 'productive' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|