clinging

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈklɪŋɪŋ/US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈklɪŋɪŋ/

From the verb cling: (⇒ conjugate)
clinging is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: clinging, cling

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clinging adj(plant, vine: climbing)αναρριχητικός επίθ
 The railing was covered in tropical clinging plants.
clinging,
clingy
adj
figurative (person: needy, dependent) (από κάποιον)εξαρτημένος μτχ πρκ
 (σε κάποιον)προσκολλημένος μτχ πρκ
 (ανεπίσημο, μτφ, αρνητικό)κολλιτσίδα ουσ θηλ
 Tracey didn't want to be friends with Danielle because she was too clinging.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cling to [sth/sb] vi + prep(hold tightly)κρατάω σφιχτά, κρατάω γερά ρ μ + επίρ
 (μεταφορικά)είμαι κολλημένος πάνω σε κτ/κπ, είμαι δεμένος πάνω σε κτ/κπ ρ έκφρ
 Knowing they would soon have to part, the lovers clung to one another.
 Ξέροντας πως σε λίγο θα έπρεπε να χωρίσουν οι εραστές κρατούσαν σφικτά ο ένας τον άλλο.
cling to [sth/sb] vi + prepfigurative (to [sth], [sb]: emotionally) (μεταφορικά: σε κπ/κτ)κολλάω, κολλώ ρ αμ
 (με κπ/κτ)είμαι κολλημένος, είμαι προσκολλημένος ρ έκφρ
 (σε κπ/κτ)προσκολλώμαι ρ αμ
 I don't like the way Roger's new girlfriend clings to him.
 Δε μου αρέσει ο τρόπος που η νέα κοπέλα του Ρότζερ είναι προσκολλημένη πάνω του.
cling to [sth] vi + prepfigurative (belief: be faithful)είμαι προσκολλημένος ρ έκφρ
 (συνέχιση κατάστασης)μένω προσκολλημένος ρ έκφρ
 No matter what happens, religious people cling to their beliefs.
 Ό, τι και να συμβεί, οι θρησκευόμενοι μένουν προσκολλημένοι στα πιστεύω τους.
cling vi(clothing, etc.: stick, be tight)είμαι κολλητός ρ έκφρ
 (το ρούχο)κολλάει πάνω μου περίφρ
 I don't like how my new dress clings.
 Δε μου αρέσει όπως κολλάει πάνω μου το νέο μου φόρεμα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
cling on vi phrasal(hold tightly)κρατιέμαι σφικτά ρ αμ + επίρ
 (μεταφορικά)κολλάω, κολλώ ρ αμ
 When I went around a corner quickly on my motorcycle, my passenger was clinging on for dear life.
cling on to [sth/sb] vtr phrasal insep(hold tightly)προσκολλώμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  κρατάω γερά κτ/κπ ρ μ + επίρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
cling | clinging
ΑγγλικάΕλληνικά
plastic wrap,
Saran wrap (US),
cling film,
clingfilm (UK)
n
(transparent film for wrapping food)πλαστική μεμβράνη επίθ + ουσ θηλ
  μεμβράνη φαγητού φρ ως ουσ θηλ
  μεμβράνη ουσ θηλ
static cling n(electricity that makes clothing stick)στατικός ηλεκτρισμός στα ρούχα περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'clinging' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clinging στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «clinging».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!