|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | commuter n | ([sb]: travels to work) | άτομο που μετακινείται από το σπίτι στη δουλειά | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Συχνά μεταφράζεται περιφραστικά ως «εργαζόμενος που πάει στη δουλειά του». | | | The highway is busy because of commuters every weekday morning. | | | Η εθνική οδός έχει κίνηση εξαιτίας των εργαζομένων που πηγαίνουν στη δουλειά τους τις καθημερινές το πρωί. | | commuter n as adj | (used by commuters) | με σκοπό τη μετακίνηση για τη δουλειά | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. | | | This coach company offers a commuter service to and from London. | | | Αυτή η εταιρεία λεωφορείων προσφέρει υπηρεσία μεταφοράς από και προς το Λονδίνο. |
|
|