|
|
- From the verb commute: (⇒ conjugate)
- commuting is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
- v pres p
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | commuting n | (travel to and from work) | καθημερινή διαδρομή από και προς τη δουλειά, καθημερινή μετακίνηση από και προς τη δουλειά περίφρ | | | | μετακίνηση προς και τη δουλειά περίφρ | | | Commuting is a part of daily life for many people. | | commuting adj | (traveling to and from work) | της μετακίνησης από και προς τη δουλειά περίφρ | | | | της καθημερινής μετακίνησης περίφρ | | | Going to work by bicycle can improve your commuting experience. |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | commute⇒ vi | (travel to work) (καθομιλουμένη) | πηγαινοέρχομαι ρ αμ | | | | μετακινούμαι ρ αμ | | | (κατά λέξη) | μετακινούμαι από το σπίτι στη δουλειά περίφρ | | | I work from home now, so I no longer have to commute. | | | Δουλεύω απ' το σπίτι τώρα, οπότε δε χρειάζεται πια να πηγαινοέρχομαι. | | commute to [sth] vi + prep | (travel to: work, school) (καθομιλουμένη) | πηγαινοέρχομαι ρ αμ | | | (κάπου, σε κάτι) | πηγαίνω ρ αμ | | | (προς κάτι) | μετακινούμαι ρ αμ | | | Because she lives in the suburbs she has to commute to the city for work. | | | Καθώς ζει στα προάστια πρέπει να πηγαινοέρχεται στην πόλη για τη δουλειά της. | | commute [sth]⇒ vtr | (prison sentence: reduce) | μειώνω, ελαττώνω ρ μ | | | | ελαφρύνω, μετριάζω ρ μ | | | (κάτι σε κάτι) | μετατρέπω ρ μ | | | The judge commuted the prisoner's sentence on a technicality. | | | Ο δικαστής ελάττωσε (or: μετρίασε) την ποινή του κρατούμενου βασιζόμενος σε μια επουσιώδη λεπτομέρεια. | | commute n | (journey to work) | μετακίνηση προς τη δουλειά περίφρ | | | | διαδρομή για τη δουλειά περίφρ | | | My morning commute is long and often stressful. | | | Η διαδρομή μου προς τη δουλειά τα πρωινά είναι μεγάλη και συχνά αγχωτική. |
|
|