• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: consumed, consume

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
consumed with [sth],
consumed by [sth]
adj + prep
figurative (overwhelmed by emotion) (μεταφορικά)κυριευμένος από κτ μτχ πρκ + πρόθ
 (μεταφορικά)πλημμυρισμένος από κτ μτχ πρκ + πρόθ
 Paul was consumed with jealousy when he saw Sarah with another man.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
consume [sth] vtr(eat)καταναλώνω ρ μ
 Our livestock consumes quite a lot of feed every day.
 Τα ζώα μας καταναλώνουν αρκετή τροφή καθημερινά.
consume [sth] vtr(use up)καταναλώνω ρ μ
 This app consumes a lot of my phone's battery power.
consume [sth] vtr(destroy)καταστρέφω ρ μ
 (για πυρκαγιά)κατακαίω ρ μ
 Unfortunately, the fire completely consumed the museum.
 Δυστυχώς, η φωτιά κατέστρεψε ολοσχερώς το μουσείο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
consume [sb] vtr(obsess, take over) (μεταφορικά, καθομ)τρώω ρ μ
 (μεταφορικά)αναλώνω ρ μ
 The fear of being in a plane crash consumed her.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'consumed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση consumed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «consumed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!