|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | intake n | (food, etc.: amount consumed) | πρόσληψη ουσ θηλ | | | | ποσότητα που... περίφρ | | | Fred decided to go on a diet, so he started to regulate his intake of food. | | | Ο Φρεντ αποφάσισε να κάνει δίαιτα και έτσι ξεκίνησε να ελέγχει την πρόσληψη φαγητού. | | intake n | (air: amount inhaled) | πρόσληψη ουσ θηλ | | | | ποσότητα που... περίφρ | | | The whale's intake of air would be enough for several hours. | | | Η πρόσληψη αέρα της φάλαινας θα ήταν αρκετή για αρκετές ώρες. | | | Η ποσότητα του αέρα που εισέπνευσε η φάλαινα θα ήταν αρκετή για αρκετές ώρες. | | intake n | (act: taking in air) | εισπνοή, αναπνοή ουσ θηλ | | | (επίσημο: αέρα) | πρόσληψη ουσ θηλ | | | (αέρα) | εισαγωγή, είσοδος ουσ θηλ | | | Laura tried to breathe, but her intake was stopped by the nut in her throat. | | | Η Λώρα προσπάθησε να αναπνεύσει, αλλά η αναπνοή της εμποδιζόταν από το καρύδι στον λαιμό της. | | intake n | countable (people: admission) | εισαγωγή, είσοδος ουσ θηλ | | | The school's intake process is long and tedious. | | | Η διαδικασία εισαγωγής στη σχολή είναι μακρά και επίπονη. | | intake n | (air channel) | εισαγωγή ουσ θηλ | | | | είσοδος ουσ θηλ | | | The intake valve on the air mattress was broken. | | | Η βαλβίδα εισόδου του φουσκωτού στρώματος είχε χαλάσει. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | intake n | countable (narrowing) | μάζεμα, στένεμα ουσ ουδ | | | The tailor had to do an intake on the dress because it was too large. |
Ο όρος 'intake' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|