παρέχω συμβουλευτική σε κπ, παρέχω συμβουλευτική υποστήριξη σε κπ έκφρ
Trained professionals were available to counsel victims of the tragedy.
My sister counsels children who are having difficulty in school.
Εκπαιδευμένοι επαγγελματίες ήταν διαθέσιμοι για να παράσχουν συμβουλευτική υποστήριξη στα θύματα της τραγωδίας. // Η αδελφή μου παρέχει συμβουλευτική υποστήριξη σε παιδιά που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο σχολείο.
counsel [sb]vtr
(advise)
συμβουλεύω ρ μ
(σε κπ)
δίνω συμβουλές, παρέχω συμβουλές περίφρ
Mrs. Shannon counseled her students on how to get into art school.
Η κα. Σάνον έδωσε συμβουλές στους μαθητές της για να περάσουν στη σχολή καλών τεχνών.