| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| count on [sb] vtr phrasal insep | informal (trust, rely on) | βασίζομαι σε κπ, στηρίζομαι σε κπ, υπολογίζω σε κπ ρ αμ + πρόθ |
| | | βασίζομαι πάνω ρ αμ + επίρ |
| | I included Sheila in the team because I know I can count on her. |
| | Συμπεριέλαβα τη Σίλα στην ομάδα, επειδή ξέρω ότι μπορώ να βασιστώ πάνω της. |
| count on [sb] to do [sth] vtr phrasal insep | informal (trust, rely on) (ότι/πως θα κάνει κτ) | βασίζομαι σε κπ, υπολογίζω σε κπ ρ αμ + πρόθ |
| | (ότι/πως κπ θα κάνει κτ) | είμαι σίγουρος, είμαι βέβαιος ρ έκφρ |
| | You can count on her to be on time. |
| | Μπορείς να είσαι βέβαιος ότι θα είναι στην ώρα της. |
| count on [sth] vtr phrasal insep | informal (expect, be confident of) | θεωρώ κτ δεδομένο περίφρ |
| | | περιμένω ρ μ |
| | | είμαι βέβαιος ότι θα γίνει κτ περίφρ |
| | (αργκό, μεταφορικά) | ποντάρω σε κτ έκφρ |
| | The fans were counting on victory today after the Manchester United's recent successes. |
| | Μετά τις πρόσφατες επιτυχίες της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ οι οπαδοί θεωρούσαν δεδομένη τη νίκη σήμερα. |