|
|
Listen:
Inflections of 'courtesy' (n): npl: courtesies
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | courtesy n | uncountable (politeness) | ευγένεια ουσ θηλ | | | (λόγιος) | αβρότητα ουσ θηλ | | | James's natural courtesy had a calming effect. | | | Η φυσική ευγένεια του Τζέιμς είχε ένα ηρεμιστικό αποτέλεσμα. | | courtesy n | (polite act) | ευγενική πράξη επίθ + ουσ θηλ | | | | εκδήλωση ευγένειας φρ ως ουσ θηλ | | | Saying 'thank you' is a courtesy that children can easily learn. | | | Το "σας ευχαριστώ" είναι μια εκδήλωση ευγένειας την οποία μπορούν εύκολα να μάθουν τα παιδιά. |
Ο όρος 'courtesy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|