courier

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkʊəriər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈkɜriɚ, ˈkʊr-/ ,USA pronunciation: respelling(kûrē ər, kŏŏr-)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
courier n(delivery service, messenger)κούριερ ουσ ουδ άκλ
 (επίσημο)υπηρεσία ταχυμεταφοράς φρ ως ουσ θηλ
 (άτομο, εργαζόμενος)κούριερ ουσ αρσ/θηλ άκλ
 (επίσημο)ταχυμεταφορέας ουσ αρσ/θηλ
 They sent the medicine by courier, and it arrived in less than a hour.
 Έστειλαν τα φάρμακα με κούριερ και έφτασαν σε λιγότερο από μια ώρα.
courier nUK (travel representative) (γκρουπ τουριστών)συνοδός, οδηγός, αρχηγός ουσ αρσ/θηλ
 On the bus tour, the courier pointed out all the important sights.
 Στην περιήγηση με το λεωφορείο, ο συνοδός έδειχνε όλα τα σημαντικά αξιοθέατα.
courier [sth] vtr(deliver)στέλνω με κούριερ περίφρ
 Our client needed the drawings immediately, so we had couriered them to his office.
 Ο πελάτης μας χρειαζόταν αμέσως τα σχέδια και έτσι τα στείλαμε με κούριερ στο γραφείο του.
courier [sth] to [sb/sth] vtr + prep(deliver [sth] to [sb/sth])στέλνω κτ με κούριερ σε κπ περίφρ
 If you need a signed copy right away, our company will courier it to you.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
courier service n(delivery service)εταιρεία ταχυμεταφορών ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'courier' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [city, local, regional, national, specialist] courier, use an [express, international] courier, [works, is employed] as a courier, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση courier στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «courier».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!