• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: cursing, curse

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cursing nmainly US (use of obscene language)βρίσιμο ουσ ουδ
 (συνήθως πληθυντικός)βωμολοχία ουσ θηλ
  βρισιά ουσ θηλ
  αισχρολογία ουσ θηλ
 Cursing is not allowed in our house.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
curse n(evil spell)κατάρα ουσ θηλ
 In the end, it turns out that the ogre was under a curse.
 Τελικά αποδείχθηκε ότι είχαν ρίξει κατάρα στο τέρας.
curse nfigurative (bad luck) (μεταφορικά)κατάρα ουσ θηλ
 I always lose at games; it's a curse.
 Πάντα χάνω στα παιχνίδια, είναι κατάρα.
the curse nfigurative, slang (menstruation) (αργκό)οι Ρώσοι φρ ως ουσ αρσ πλ
 (αργκό, παλαιό)τα ρούχα μου φρ ως ουσ ουδ πλ
 Mary calls her period "the curse."
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Όταν της έρχεται περίοδος, η ξαδερφή μου λέει πως «ήρθαν οι Ρώσοι».
curse [sb/sth] vtr(cast an evil spell on)καταριέμαι ρ μ
  ρίχνω κατάρα σε κπ/κτ περίφρ
 Witches in fairy tales are always cursing people.
 Οι μάγισσες στα παραμύθια πάντα καταριούνται διάφορους ανθρώπους.
curse,
cuss
vi
US, informal (swear: use obscene language)βρίζω ρ αμ
 Gay cursed loudly when she dropped a hammer on her toe.
 Η Γκέι έβρισε δυνατά όταν έριξε ένα σφυρί στο δάχτυλο του ποδιού της.
curse at [sb],
cuss at [sb]
vi + prep
US, informal (swear at: use obscene language)βρίζω ρ μ
 (αργκό, μτφ: σε κάποιον)τα χώνω έκφρ
 Perry cursed at the driver who swerved in front of him.
 Ο Πέρυ έβρισε τον οδηγό που έστριψε απότομα μπροστά του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
curse n(oath, imprecation)μη διαθέσιμη μετάφραση
 Audrey uttered a few curses when her computer crashed for the third time.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
curse | cursing
ΑγγλικάΕλληνικά
curse word,
cuss word (US),
swear word (UK)
n
(obscene language)βρισιά ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)κακιά λέξη επίθ + ουσ θηλ
 People will think you are ignorant and ill mannered if you use curse words extensively. Swear words are the first thing you want to learn in another language - and the last thing you should use.
curse your luck v exprinformal, figurative (feel unlucky)καταριέμαι την τύχη μου έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cursing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cursing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!