• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: damaged, damage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
damaged adj(physically harmed)κατεστραμμένος μτχ πρκ
  που έχει υποστεί φθορά, που έχει πάθει βλάβη περίφρ
  χαλασμένος μτχ πρκ
  φθαρμένος μτχ πρκ
 The garage mechanic replaced the damaged windscreen.
damaged adjfigurative (harmed, spoiled)κατεστραμμένος μτχ πρκ
  που έχει υποστεί ζημιά, που έχει υποστεί βλάβη, που έχει πληγεί περίφρ
 (φήμη)σπιλωμένος μτχ πρκ
 The company tried to repair its damaged reputation.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
damage n(physical harm)ζημιά, βλάβη ουσ θηλ
 The damage to the truck was extensive.
 Η ζημιά στο φορτηγό ήταν εκτεταμένη.
damage nfigurative (detrimental effect)ζημιά ουσ θηλ
  πλήγμα ουσ ουδ
 He never recovered from the damage to his reputation caused by the bribery scandal.
 Ποτέ δεν ανάκτησε τη φήμη του από το πλήγμα που δέχτηκε με αφορμή το σκάνδαλο δωροδοκίας.
damages npl(law: compensation) (χρηματική)αποζημίωση ουσ θηλ
 The judge ordered the defendant to pay one thousand dollars in damages.
 Ο δικαστής διέταξε τον κατηγορούμενο να πληρώσει χίλια δολάρια για αποζημιώσεις.
damage [sth] vtr(cause physical harm to)καταστρέφω ρ μ
 (σε κάτι)προξενώ ζημιά, προκαλώ ζημιά περίφρ
 The tree damaged the car when it fell on it.
 Το δέντρο κατέστρεψε το αυτοκίνητο όταν έπεσε πάνω του.
 Το δέντρο προξένησε ζημιά (or: προκάλεσε ζημιά) στο αυτοκίνητο όταν έπεσε πάνω του.
damage [sth] vtrfigurative (be detrimental to)βλάπτω ρ μ
  κάνω κακό περίφρ
  ζημιώνω ρ μ
 (μεταφορικά)καταστρέφω ρ μ
 The news of the bribery of his aide damaged his reputation.
 Τα νέα της δωροδοκίας του βοηθού του έβλαψαν (or: έκαναν κακό, κατέστρεψαν) τη φήμη του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
damage nslang, figurative (cost) (αργκό)λυπητερή επίθ ως ουσ θηλ
 (μεταφορικά: κόστος)ζημιά ουσ θηλ
 Waiter, please bring the bill so I can see the damage!
 What's the damage?
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
damaged | damage
ΑγγλικάΕλληνικά
brain-damaged adj(affected by a brain injury)που έχει υποστεί εγκεφαλική βλάβη περίφρ
damaged goods npl(harmed products)ελαττωματικά προϊόντα επίθ + ουσ ουδ πλ
  προϊόντα που έχουν υποστεί βλάβη φρ ως ουσ ουδ πλ
 The customer returned the damaged goods to the shop.
damaged goods nplfigurative, invariable, slang (person: psychologically harmed) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ξοφλημένος επίθ
 Ruth was worried that people regarded her as damaged goods.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'damaged' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση damaged στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «damaged».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!