dealing

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdiːlɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈdilɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(dēling)

From the verb deal: (⇒ conjugate)
dealing is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: dealing, deal

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dealing n(selling, trade)εμπόριο ουσ ουδ
  εμπορία ουσ θηλ
 This law aims to tighten restrictions on dealing in ivory.
dealings npl(business transactions)εμπορικές συναλλαγές, εμπορικές δοσοληψίες, εμπορικές σχέσεις επίθ + ουσ θηλ πλ
 The minister's dealings with the banking industry are shady.
dealings with [sb/sth] npl(business transactions)εμπορικές συναλλαγές με κπ/κτ, εμπορικές σχέσεις με κπ/κτ φρ ως ουσ θηλ
  εμπορικές δοσοληψίες με κπ/κτ, φρ ως ουσ θηλ
 His dealings with the company were conducted in secret.
dealings nplinformal (interaction) (καθομιλουμένη, προφορικό)πάρε-δώσε ουσ ουδ άκλ
 (λαϊκό, αποδοκιμασίας)αλισβερίσι ουσ ουδ
 I try to be open and honest in all my dealings.
dealings with [sb] nplinformal (interaction) (καθομιλουμένη, προφορικό)πάρε-δώσε με κπ περίφρ
 (λαϊκό, αποδοκιμασίας)αλισβερίσι με κπ περίφρ
 In all my dealings with her, Maria has always been kind and helpful.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deal n(agreement)συμφωνία ουσ θηλ
 The two sides made a deal.
 Οι δύο πλευρές ήρθαν σε συμφωνία.
deal n(transaction)συναλλαγή ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη, μτφ)δουλειά ουσ θηλ
 Each deal is an opportunity for profit.
 Κάθε συναλλαγή είναι μια ευκαιρία για να βγάλεις χρήματα.
deal ninformal (bargain)προσφορά ουσ θηλ
 Nancy really got a deal on those shoes.
 Η Νάνσι βρήκε αυτά τα παπούτσια σε προσφορά.
deal n(economic policy)πολιτική ουσ θηλ
 The government plans to implement a new deal to subsidise small businesses.
 Η κυβέρνηση σχεδιάζει να εφαρμόσει μια νέα πολιτική για την ενίσχυση των μικρών επιχειρήσεων.
deal [sth] vtr(cards: distribute) (τράπουλα, χαρτιά)μοιράζω ρ μ
 Every person takes a turn and deals the cards.
 Κάθε παίκτης με τη σειρά μοιράζει τα χαρτιά.
deal vi(cards)μοιράζω ρ αμ
 It's your turn to deal.
 Είναι σειρά σου να μοιράσεις.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deal n(cards) (χαρτιά, τράπουλα)μοιράζω ρ μ
 It is Mary's deal.
 Τώρα μοιράζει η Μαίρη.
deal ninformal (treatment)μεταχείριση ουσ θηλ
  ο τρόπος που μου φέρονται περίφρ
 They were unhappy with the deal they had received.
 Δεν έμειναν ικανοποιημένοι από τη μεταχείριση που τους επιφύλαξαν.
 Δεν έμειναν ικανοποιημένοι από τον τρόπο που τους φέρθηκαν.
deal nslang (story) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 What's the deal with Amber and Paul? Are they seeing each other?
 Τι παίζει με την Άμπερ και τον Πωλ; Τα έχουν;
deal n(wooden plank, esp. pine)σανίδα ουσ θηλ
deal viUS (behave)συμπεριφέρομαι, φέρομαι ρ αμ
  έχω συμπεριφορά ρ έκφρ
 He deals badly.
 Συμπεριφέρεται άσχημα.
 Έχει άσχημη συμπεριφορά.
deal [sth] vtr(drugs: sell)διακινώ ρ μ
 (με γενική)κάνω διακίνηση περίφρ
 (καθομιλουμένη)πουλάω, πουλώ ρ μ
 He went to jail for dealing drugs.
 Πήγε φυλακή γιατί διακινούσε ναρκωτικά.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Λένε πως πλούτισε κάνοντας διακίνηση ναρκωτικών.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
deal in [sth] vtr phrasal insepfigurative (be concerned with [sth])ασχολούμαι με κτ ρ αμ + πρόθ
deal in [sth] vtr phrasal insep(trade)εμπορεύομαι ρ μ
 He made his fortune dealing in illegal weapons.
 Έκανε περιουσία εμπορευόμενος παράνομα όπλα.
deal with [sth] vtr phrasal insep(address, resolve)αντιμετωπίζω, χειρίζομαι ρ μ
 The problem was brought to my attention and I dealt with it.
 Έλαβα γνώση του προβλήματος και το αντιμετώπισα.
deal with [sb] vtr phrasal insep(handle: people)ασχολούμαι με κπ ρ αμ + πρόθ
  αναλαμβάνω ρ μ
 You answer the phones and I'll deal with the customers.
 Εσύ απάντα στο τηλέφωνο κι εγώ θα αναλάβω τους πελάτες.
deal with [sth] vtr phrasal insep(be concerned with)αφορώ ρ μ
  ασχολούμαι ρ αμ
 This book deals with history.
 Αυτό το βιβλίο ασχολείται με την ιστορία.
deal with [sb] vtr phrasal insepinformal (reprimand, punish)ασχολούμαι ρ αμ
  τα λέω περίφρ
 (μεταφορικά)κανονίζω ρ μ
 (πιο έντονο)λογαριάζομαι ρ μ
 I'll deal with you later! For now, go to your room and think about what you did.
 Μαζί σου θα τα πω αργότερα. Προς το παρόν πήγαινε στο δωμάτιό σου και αναλογίσου τι έκανες.
deal with [sth] vtr phrasal insepinformal (cope)διαχειρίζομαι ρ μ
  αντιμετωπίζω ρ μ
 I can't deal with all this stress right now.
 Δεν μπορώ να διαχειριστώ όλο αυτό το άγχος τώρα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
dealing | deal
ΑγγλικάΕλληνικά
dealing with [sth] prep(about, concerning)σχετικά με κτ, αναφορικά με κτ επίρ
  που αφορά κτ, που έχει σχέση με κτ περίφρ
 This book dealing with childhood trauma really helped Robin understand himself better.
double-dealing n(deceitfulness, treachery)διπροσωπία ουσ θηλ
 (μεταφορικά: παίζω)διπλό παιχνίδι επίθ + ουσ ουδ
double-dealing adj(using deceit, being disloyal)διπρόσωπος επίθ
drug dealing n(selling of illegal drugs)εμπόριο ναρκωτικών ουσ ουδ
 Drug dealing is punished more harshly than drug use.
plain dealing,
plain-dealing
adj
(open, straightforward)τίμιος, έντιμος επίθ
  ακέραιος επίθ
 (καθομιλουμένη)που έχει μπέσα περίφρ
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
 A plain-dealing merchant is good to find.
property dealing n(real-estate purchase and rental)αγοραπωλησία ακινήτων φρ ως ουσ θηλ
wheeling and dealing ninformal (dishonest scheming)πάρε δώσε ουσ ουδ ακλ
  δόλιες συναλλαγές επίθ + ουσ θηλ πλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'dealing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [political, business, secret, illegal] dealings, had dealings with [insurance, foreign] companies, dealings with the [mob, mafia, company], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dealing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «dealing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!