|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | dented adj | (bent inwards) | που έχει βαθούλωμα, που έχει βούλιαγμα περίφρ | | | | βαθουλωμένος, βουλιαγμένος μτχ πρκ | | | (κάπως πιο γενικά) | χτυπημένος μτχ πρκ | | | The car's dented hood will be expensive to repair. |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | dent n | (indentation in metal) | βαθούλωμα ουσ ουδ | | | | βούλιαγμα ουσ ουδ | | | There was a dent in the door of the car. | | | Υπήρχε ένα βαθούλωμα στην πόρτα του αυτοκινήτου. | | dent n | figurative (reduction) | μειώση ουσ θηλ | | | (μεταφορικά) | πτώση ουσ θηλ | | | (μεταφορικά, ανεπίσημο) | κοιλιά ουσ θηλ | | | The board asked the manager to explain the dent in the company's profits. | | | Η επιτροπή ζήτησε απ' τον διευθυντή να δώσει εξηγήσεις για τη μείωση των κερδών της εταιρείας. | | | Η επιτροπή ζήτησε απ' τον διευθυντή να δώσει εξηγήσεις για την πτώση των κερδών της εταιρείας. | | dent [sth]⇒ vtr | (metal: damage) (σε κάτι) | προκαλώ βαθούλωμα, προκαλώ βούλιαγμα περίφρ | | | | βαθουλώνω, βουλιάζω ρ μ | | | The collision dented the car. | | | Η σύγκρουση προκάλεσε ένα βαθούλωμα στο αυτοκίνητο. | | dent [sth] vtr | figurative (injure: pride, confidence) (μεταφορικά) | πληγώνω, πλήττω ρ μ | | | Gareth's rejection dented Julie's pride. | | | Η απόρριψη του Γκάρεθ έπληξε την περηφάνια της Τζούλυ. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | dent⇒ vi | (metal: become damaged) | κάνω βαθουλώματα περίφρ | | | | παραμορφώνομαι ρ αμ | | | Be careful with that biscuit tin; it dents easily. |
Ο όρος 'dented' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|