|
|
- From the verb discourage: (⇒ conjugate)
- discouraged is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
- v past
- v past p
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | discouraged adj | (no longer confident or hopeful) | αποθαρρυμένος μτχ πρκ | | | | αποκαρδιωμένος μτχ πρκ | | | The discouraged student stopped trying to improve. |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | discourage [sb]⇒ vtr | (dissuade) | αποτρέπω, αποθαρρύνω ρ μ | | | Simon was concerned about Maria driving home after drinking a bottle of wine and did his best to discourage her. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο Τζον απέτρεψε τη μικρή του κόρη απ' το να σκαρφαλώσει στο δέντρο από φόβο μην πέσει και χτυπήσει. | | discourage [sb] from doing [sth] v expr | (dissuade) (κπ από το να κάνει κτ) | αποτρέπω, αποθαρρύνω, μεταπείθω ρ μ | | | Jane did her best to discourage her friend from drinking too much. | | | Η Τζέιν έκανε ότι μπορούσε για να αποτρέψει τη φίλη της απ' το να πιει πολύ. | | discourage [sb] vtr | (dishearten) | αποθαρρύνω ρ μ | | | Don't tell him he's not as fast as his brother; you'll discourage him. | | | Μην του πεις πως δεν είναι τόσο γρήγορος όσο ο αδερφός του, θα τον αποθαρρύνεις. |
Ο όρος 'discouraged' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|