• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be doing well v expr(thrive)τα πηγαίνω καλά, τα πάω καλά, πηγαίνω καλά, πάω καλά έκφρ
 (όχι άτομο)ευδοκιμώ, ακμάζω ρ αμ
 Sarah and Jim are pleased to announce the arrival of their daughter Grace. Both mother and baby are doing well.
 Η Σάρα και ο Τζιμ έχουν τη χαρά να ανακοινώσουν τον ερχομό της κόρης τους, Γκρέις. Τόσο η μητέρα όσο και το βρέφος τα πηγαίνουν καλά.
be doing well v expr(recover)τα πηγαίνω καλά, τα πάω καλά, πηγαίνω καλά, πάω καλά έκφρ
  αναρρώνω, συνέρχομαι ρ αμ
 A month after her car accident, Mary is doing well.
 Ένα μήνα μετά το ατύχημά της η Μαίρη πάει καλά.
do well vi + adv(be successful)τα πάω καλά έκφρ
 He's doing well in his new job.
 Τα πάει καλά στη νέα του δουλειά.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
do well for yourself v exprinformal (be successful)τα πάω καλά έκφρ
 You've obviously done well for yourself.
 Προφανώς τα πήγες καλά.
do well to do [sth] v expr(be wise)καλά θα κάνω να έκφρ
 You would do well to heed her advice.
 Καλά θα κάνεις να λάβεις σοβαρά υπόψη σου τη συμβουλή της.
ne'er-do-well n(person: lazy, irresponsible)τεμπέλης ουσ αρσ
  ανεύθυνος επίθ
 (μεταφορικά, αποδοκιμασίας)άχρηστος επίθ
 (καθομιλουμένη)καλοπερασάκιας επίθ
ne'er-do-well adj(lazy, irresponsible)τεμπέλης ουσ αρσ
  ανεύθυνος επίθ
 (μεταφορικά, αποδοκιμασίας)άχρηστος επίθ
be well-placed to do [sth] v expr(be in a good position to do [sth])είμαι στην κατάλληλη θέση να κάνω κτ έκφρ
well-to-do adj(wealthy, rich)πλούσιος, εύπορος επίθ
 (ανεπίσημο)καλοβαλμένος μτχ πρκ
 His clothing made him look rather well-to-do; his accent said otherwise.
What do you know!,
Well,
what do you know!
interj
informal (expressing surprise)Έλα! επιφ
  Μη μου πεις!, Κοίτα να δεις! έκφρ
  Για φαντάσου! έκφρ
 Hey, what do you know! - we got here on time after all!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'do well' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση do well στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «do well».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!